Πήρε το παιδί της και έφυγε από Κύπρο: Συνελήφθη στην Ελλάδα

Το Ανώτατο απέρριψε αίτηση Ελληνίδας καταγωγής για ακύρωση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Η υπόθεση αφορά μακρόχρονη διαμάχη επιμέλειας και παράνομη κατακράτηση ανηλίκου.
Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κύπρο έβαλε τέλος σε αίτημα γυναίκας ελληνικής καταγωγής, η οποία ζητούσε άδεια για να αμφισβητήσει με προνομιακό ένταλμα Certiorari το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης.. Το θέμα πήρε διαστάσεις όταν η γυναίκα φέρεται να πήρε το παιδί της από την Κύπρο και να μην επέστρεψε.
Το κεντρικό σημείο της υπόθεσης είναι ότι, στις 17 Φεβρουαρίου 2026, δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εξέδωσε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εναντίον της.. Σύμφωνα με όσα καταγράφονται στην απόφαση, η αιτήτρια τελεί σήμερα υπό κράτηση στην Ελλάδα, μετά από διάταξη ελληνικού δικαστηρίου για την έκδοσή της στην Κύπρο.
Η υπόθεση συνδέεται με πολυετή οικογενειακή διαμάχη για ανήλικο παιδί και ειδικότερα με ισχυρισμούς ότι το παιδί κρατήθηκε παράνομα εκτός Κύπρου.. Πρόκειται για μια διαφορά που έχει ιστορικό που ξεκινά από το 2014, όταν η γυναίκα και ο πατέρας, Κύπριος υπήκοος, απέκτησαν παιδί εκτός γάμου.. Μετά τον χωρισμό τους, το 2016, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ρύθμισε την επιμέλεια, τη φύλαξη και τη φροντίδα στη μητέρα, με τόπο διαμονής του παιδιού την κατοικία της στην Κύπρο.
Στο ίδιο πλαίσιο, στον πατέρα είχε δοθεί δικαίωμα επικοινωνίας τέσσερις ημέρες την εβδομάδα, σε συγκεκριμένες ώρες.. Παράλληλα, υπήρχε πρόβλεψη ώστε η μητέρα να μπορεί να ταξιδεύει με το παιδί στην Ελλάδα στις γιορταστικές περιόδους και στο καλοκαίρι (Ιούνιο έως Σεπτέμβριο), χωρίς να απαιτείται συγκατάθεση του πατέρα, αρκεί να τον ενημερώνει γραπτώς.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η μητέρα αναχώρησε με το παιδί για την Ελλάδα στις 21 Ιουλίου 2022, αφού προηγουμένως ενημέρωσε τον πατέρα.. Ωστόσο, δεν επέστρεψε ποτέ στην Κύπρο, γεγονός που οδήγησε σε αστυνομική διερεύνηση για το αδίκημα της παράνομης κατακράτησης ανηλίκου εκτός των ορίων της Δημοκρατίας.
Οι νομικές εξελίξεις τρέχουν παράλληλα και με “κόμβους” σε διαφορετικά στάδια.. Στις 19 Δεκεμβρίου 2025, εκδόθηκε εθνικό ένταλμα σύλληψης, το οποίο αποτέλεσε τη βάση για το μεταγενέστερο Ευρωπαϊκό Ένταλμα.. Η αιτήτρια, σύμφωνα με όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει ήδη προσφύγει στον Άρειο Πάγο ζητώντας αναίρεση της απόφασης έκδοσης.
Η υπεράσπιση της μητέρας ανέπτυξε δύο βασικούς άξονες. Πρώτον, αμφισβητήθηκε η νομιμότητα του αρχικού εντάλματος σύλληψης του Δεκεμβρίου 2025, που “άναψε το πράσινο” για να προχωρήσει το ευρωπαϊκό εργαλείο. Δεύτερον, τέθηκε ζήτημα και για το ίδιο το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης.
Το Ανώτατο Δικαστήριο υπενθύμισε ότι για το πρώτο ζήτημα έχει ήδη κριθεί σε άλλη διαδικασία πως προκύπτει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμο θέμα, ως προς το κατά πόσο η έκδοση του εθνικού εντάλματος ήταν αναγκαία και αναλογική.. Γι’ αυτόν τον λόγο είχε δοθεί άδεια στην αιτήτρια να προσβάλει το εθνικό ένταλμα.. Με τη λογική αυτή, αν ακυρωνόταν το ένταλμα της 19ης Δεκεμβρίου 2025, θα κατέρρεε και το Ευρωπαϊκό Ένταλμα που στηρίχθηκε σε αυτό.
Ωστόσο, το δικαστήριο δεν πείστηκε για τον αυτοτελή λόγο ακύρωσης που αφορούσε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα.. Η αιτήτρια υποστήριξε ότι στο έντυπο του ευρωπαϊκού εντάλματος, στο σημείο όπου περιγράφονται οι αξιόποινες πράξεις, παρατέθηκε λεκτικό που παραπέμπει στο άρθρο 248 του Ποινικού Κώδικα (αρπαγή προσώπου) και όχι στο άρθρο 248Α (παράνομη κατακράτηση ανηλίκου εκτός Δημοκρατίας).. Η ένσταση αυτή, κατ’ ουσίαν, στόχευε να δείξει ότι υπήρξε ουσιώδης ασάφεια ή λάθος στη διατύπωση.
Ο δικαστής έκρινε ότι η συγκεκριμένη αναφορά δεν δημιουργεί ουσιαστικό ή εκ πρώτης όψεως συζητήσιμο ζήτημα νομιμότητας.. Στη λογική του δικαστηρίου, στο βασικό τμήμα του εντάλματος είχε επιλεγεί κατηγορία αδικημάτων όπως «Απαγωγή, παράνομη κατακράτηση και ομηρία», ενώ σε άλλα σημεία του εγγράφου υπήρχε σαφής αναφορά στο άρθρο 248Α και καταγράφονταν όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες της υπόθεσης.. Δεν απέκλεισε, μάλιστα, το ενδεχόμενο η επιπλέον αναφορά να έγινε για να διασφαλιστεί αντιστοίχιση με διατάξεις του ελληνικού ποινικού δικαίου, αφού το ένταλμα θα εκτελείτο στην Ελλάδα.
Στο τέλος της κρίσης του, το Ανώτατο έκρινε ότι το συγκεκριμένο σφάλμα ή η συγκεκριμένη διατύπωση δεν αρκεί για να ενεργοποιηθεί η εξαιρετική προνομιακή διαδικασία ακύρωσης.. Έτσι, η αίτηση απορρίφθηκε στο σύνολό της, αφήνοντας ανοιχτή μόνο την παράλληλη διαδικασία που αφορά το αρχικό εθνικό ένταλμα σύλληψης.
Πίσω από την τεχνική νομική διατύπωση, το ανθρώπινο βάρος της υπόθεσης παραμένει μεγάλο: μια υπόθεση επιμέλειας που ξεκίνησε χρόνια πριν, βρέθηκε να “σπάει” γεωγραφικά ανάμεσα σε Κύπρο και Ελλάδα και κατέληξε σε κράτηση και δικαστικές μάχες.. Τέτοιες διαφορές συχνά επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των παιδιών και ταυτόχρονα φορτώνουν το σύστημα με υποθέσεις που πρέπει να χειριστούν γρήγορα, αλλά και με αυστηρή τήρηση διαδικασιών.
Από την πλευρά της νομικής πραγματικότητας, η απόφαση δείχνει και κάτι πιο γενικό: ακόμη κι όταν υπάρχουν λεπτομέρειες σε έγγραφα ευρωπαϊκής συνεργασίας που μπορούν να αμφισβητηθούν, τα δικαστήρια εξετάζουν αν το “λάθος” είναι τέτοιο ώστε να μεταβάλλει ουσιαστικά τη νομιμότητα και τα δικαιώματα του εκζητούμενου.. Το ανώτατο κατέληξε ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο, τουλάχιστον στην προκειμένη φάση, με αποτέλεσμα η υπόθεση να παραμείνει δεμένη με τη συνέχεια στο κομμάτι του εθνικού εντάλματος.
Για το επόμενο διάστημα, το κρίσιμο σημείο είναι οι παράλληλες διαδικασίες που έχουν ήδη δρομολογηθεί.. Όσο αυτές εξελίσσονται, η υπόθεση παραμένει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μια οικογενειακή διαμάχη μπορεί να μετατραπεί σε υπόθεση διακρατικής δικαστικής συνεργασίας — και γιατί η ακρίβεια στη διατύπωση, έστω και σε δευτερεύουσες λεπτομέρειες, μπορεί να γίνει αντικείμενο έντονου ελέγχου.